Το σ’ αγαπώ, ένα παγωτό δρόμος…

Αγαπητέ αναγνώστη/Αγαπητή αναγνώστρια,

Είναι Κυριακή μεσημεράκι και έχει συννεφιά. Ο ήλιος κρύβεται πίσω από τα σύννεφα. Δεν έχει ο ήλιος κέφια σήμερα, σκέφτηκα. Κάθομαι μόνη σε μια καφετέρια με πολύ κόσμο. Μου αρέσει να κάθομαι μόνη κάποιες φορές και να παρατηρώ τον κόσμο. Ξεκινώ να γράφω τις πρώτες λέξεις και το τραπεζάκι μου κουνιέται απειλητικά πολύ. Το τραπεζάκι δεν πατάει καλά και τσαντίζομαι. Ένας νεαρός άντρας, γύρω στα 35, με κοιτάει γελώντας μόνος του. Προφανώς έχει καταλάβει την έντονη ενόχληση μου καθώς κοιτάω γύρω-γύρω, ψάχνοντας κάποιο άλλο ελεύθερο τραπέζι για να γράψω. Δεν υπάρχει κανένα, είναι όλα πιασμένα. Ξαφνικά, ακούω μια αντρική φωνή και σηκώνω το κεφάλι μου απότομα.

-Δεν φταις εσύ. Σκέψου πως υπάρχουν πολλά τέτοια τραπεζάκια σε πολλές καφετέριες, είναι θέμα πιθανοτήτων να συναντήσεις αρκετά από αυτά στην ζωή σου. Μπορούμε να αλλάξουμε τραπέζι εάν θες.

-Θα φύγεις σύντομα;

-Περιμένω την πρώην μου για να της κάνω πρόταση γάμου.

Σοκαρίστηκα ακούγοντας κάτι τέτοιο, με ενδιέφερε πάρα πολύ να ακούσω τι είχε να πει. Συστηθήκαμε και αφού γελάσαμε με δυο-τρεις τυπικές κουβέντες, προσπάθησα να επαναφέρω την συζήτηση σε αυτό που με ενδιέφερε να μάθω.

-Πώς γίνεται λοιπόν σε μια πρώην να κάνεις έτσι ξαφνικά πρόταση γάμου;

-Την Μ. την γνώρισα μέσω ενός κοινού καλού μου φίλου, ήταν στην ίδια παρέα. Οπότε την έβλεπα συχνά. Εκείνη ήξερα πως γούσταρε, μετά από δυο χρόνια παρέας όλοι μαζί, φτάσαμε να βρισκόμαστε δυο-τρεις φορές την εβδομάδα οι δυο μας. Δεν της έδινα την προσοχή που άξιζε. Ήμουν αλλού, κοσμάρα, χαμένος σε σκέψεις και προβληματισμούς δικούς μου. Συνεχώς γκρίνιαζα, είχα μιζεριάσει. Εκείνη ήταν πάντα με το χαμόγελο στα χείλη. Μου χαμογελούσε και προσπαθούσε πάντα να με κάνει να γελάσω και να μου ανυψώσει το ηθικό, ήταν πάντα δίπλα μου με έναν καλό λόγο και με κοιτούσε μες στα μάτια. Εδώ είχα δουλειά, δεν έβγαζα πάρα πολλά, ποιος βγάζει εξάλλου αυτά που θέλει στην Ελλάδα; Aλλά ήταν καλά. Δεν ξέρω γιατί με έτρωγε να βγάζω περισσότερα. Ένας παιδικός φίλος έχει εστιατόριο δικό του στην Γερμανία, μου πρότεινε να πάω να δουλέψω εκεί. Αποφάσισα να φύγω στο εξωτερικό. Ξεκίνησα τις διαδικασίες χωρίς δεύτερη σκέψη. Έμεινα δύο χρόνια. Πήγα έξω, το δοκίμασα, δεν ήταν για εμένα. Δεν κρατήσαμε συχνή επαφή με την Μ., μόνο σε γενέθλια ένα τυπικό χρόνια πολλά. Έχω επιστρέψει δύο μήνες τώρα. Έμαθα πως είναι μόνη της δύο χρόνια. Τίποτα το αξιόλογο. Την πήρα χθες πρώτη φορά και της ζήτησα να βρεθούμε σήμερα. Δέχτηκε.

-Συγγνώμη που σε ρωτάω αλλά πώς…

Με διέκοψε αμέσως, μάλλον είχε ανάγκη να μιλήσει.

-Δεν καταλαβαίνω πως, αλλά κάποιες φορές πρέπει να χάσεις αυτό που έχεις για να το εκτιμήσεις. Αυτά τα δύο χρόνια κατάλαβα πόσα είχα χάσει τα προηγούμενα χρόνια εδώ. Τα είχα όλα, μα ήθελα παραπάνω που λέει και το τραγούδι. Τόσα χρόνια δεν μπόρεσα ποτέ να της πω έναν καλό λόγο, ένα ευχαριστώ ή πως την αγαπάω και πως είναι ότι καλύτερο έχω γνωρίσει. Δεν ξέρω γιατί κάποιες φορές έχουμε αυτό που θέλουμε τόσο καιρό κάτω από την μύτη μας και δεν το έχουμε καταλάβει. Το έβλεπαν όλοι οι άλλοι, αλλά όχι εγώ. Είναι σαν να κοιμόμαστε. Το μοναδικό πράγμα που με απασχολούσε είναι το πώς θα βγάλω περισσότερα λεφτά για να μπορώ μια μέρα να συντηρήσω καλύτερα την οικογένειά μου, εμένα. Την οικογένεια όμως δεν την φτιάχνεις με χρήματα, χρειάζεται και να βρεις έναν άνθρωπο με τον οποίο να πιστεύεις πως αξίζει πραγματικά να πορευτείς μαζί του και να τον βλέπεις κάθε μέρα.

-Ακόμα μια ιστορία αγάπης θα λάμψει λοιπόν;

-Θα δείξει. Χρειάστηκα χρόνο μόνος, για να καταλάβω. Αλλά κατάλαβα. Πάλι καλά.

-Κάλλιο αργά, παρά ποτέ. Σου εύχομαι τα καλύτερα.

-Εσύ τι γράφεις; Εάν γράφεις για την αγάπη, καλά κάνεις, γράψε, κι άσε τους άλλους να λένε. Γιατί όλοι λένε και κυρίως εμείς οι άντρες, αλλά δύσκολα κανείς παραδέχεται πως το μόνο που τον απασχολεί είναι αυτό. Κι εάν θες γράψε και για την δική μου ιστορία και βάλε και λίγη σάλτσα. Μπορεί να την διαβάσουμε κάποια στιγμή, και ποιος ξέρει; Μπορεί να κλαίμε, μπορεί και να γελάμε. Θα δείξει. Γύρισα πίσω για την Μ., γιατί δύο χρόνια εκεί έξω κατάλαβα πως μόνο όταν αγαπάς και αγαπιέσαι αυτό το χάλι που ζούμε κάθε ημέρα μπορεί να είναι υποφερτό. Δεν ήμουν γραφικός ποτέ. Τώρα έγινα. Να δω εάν θα βρω τα κότσια να τα πω και στην Μ. αυτά. Κάποιες φορές σκέφτηκα πως μπορεί να μην έρθει, πως μπορεί να με χαστουκίσει και να φύγει. Όμως αξίζει να προσπαθήσω για να τα έχω καλά με εμένα.

-Ναι, έχεις δίκιο.

-Αλήθεια, αυτά που γράφεις τα τηρείς;

-Όσο μπορώ. Το σίγουρο είναι πως όταν αναγνωρίζω τα λάθη μου, τα παραδέχομαι και προσπαθώ με όποιον τρόπο να τα διορθώσω.

-Ρίξε τον εγωισμό σου, είναι μικρή η ζωή.

-Συμφωνώ απόλυτα.

-Δώσε ευκαιρίες, αλλά μην χάσεις την Ξανθή. Εάν νιώθεις πως χάνεσαι, πως σε καταπίνουν, φύγε. Αλλά δώσε ευκαιρίες, όπως θα ήθελα εγώ να κάνει η Μ. μου. Η περηφάνια και ο εγωισμός σκοτώνουν και καταστρέφουν τα πάντα, όχι η αγάπη.

Ξαφνικά, τον βλέπω να ασπρίζει, έχασε την λαλιά του. Τον κοιτάω αποσβολωμένη. «Να τη έρχεται!» είπε. Ξεροβήχει και ανασκουμπώνεται. Περνάει από δίπλα μου μια κοπέλα με μαύρα μακριά μαλλιά. Φορούσε τζιν, κι ένα δερμάτινο καφέ μπουφάν. Σηκώνεται να την φιλήσει. Η Μ. τον αγκάλιασε, φιλήθηκαν σταυρωτά. Παγωμάρα. Αμηχανία. Την κοιτάει μες στα μάτια. Εννοείται ότι έχω πάψει να σκέπτομαι το γράψιμο την δεδομένη στιγμή. Κάνω πως κοιτάω τον κινητό μου γιατί κάθισε δίπλα του, οπότε θα φαινόταν άκομψο να κοιτάω. Η κοπέλα δεν με ήξερε… Μιλάνε σιγανά, οπότε πλέον δεν ακούω τι λένε. Για μια στιγμή, νομίζω την είδα να πιάνει την κοιλιά της, και να κοιτάει το παγωτατζίδικο στον απέναντι δρόμο. Ξαφνικά ο Γ. πετάγεται από την καρέκλα και βαδίζει προς τα εκεί. Η κοπέλα του φωνάζει «καλέ πλάκα έκανα, θα πάρω μια κρύα σοκολάτα.» Κατάλαβα. Εκείνη θα του σχολίασε ότι θα ήθελε ένα παγωτό και εκείνος πετάχτηκε να πάει να της πάρει. Τον θυμάμαι να γυρνάει προς το μέρος της πριν περάσει τον δρόμο, σηκώνοντας το χέρι του προς τα εκείνη και να φωνάζει δυνατά, δεν ξέρω γιατί τόσο δυνατά, γύρισε όλη η καφετέρια, ήταν η αμηχανία, ήταν η απόφαση που είχε πάρει ότι γύρισε για να μείνει, η αποφασιστικότητα του, δεν ξέρω. «Σε ένα επιστρέφω», φώναξε. Ο Γ. δεν επέστρεψε ποτέ. Είχε ξεκινήσει το ψιλόβροχο. Το μόνο που άκουσα κοιτώντας το κινητό μου ήταν ένα «όχι ρε μαλάκαααα» που αντηχεί ακόμα στα αυτιά μου, από ένα παλικάρι που κοντοστεκόταν στο πεζοδρόμιο αποσβολωμένος. Κοιτούσε τον Γ. να περνάει το πεζοδρόμιο κοιτώντας με άγχος ίσως την Μ., εάν είναι ακόμα εκεί, στην θέση της. Το παλικάρι αυτό αναφέρει πως ο Γ. δεν κοίταξε ποτέ τον δρόμο. Τα υπόλοιπα είναι περιττά να τα γράψω.

Κάποιοι άνθρωποι στην ζωή, έρχονται την κατάλληλη στιγμή για να σου δώσουν κάτι που έχεις χάσει. Την πίστη σου στην ζωή, το ενδιαφέρον σου, την αισιοδοξία σου, κάτι. Αυτό το κάτι διαφέρει στον καθένας μας. Ο Γ. ήρθε για λίγα λεπτά στην δική μου την ζωή για να μου θυμίσει αυτό που οι περισσότεροι από εμάς ξεχνάμε, πως κανείς μας δεν θα είναι εδώ για πάντα. Πως υπάρχει μία στιγμή, δύο το πολύ στιγμές στην ζωή του καθενός μας για να πεις αυτό που θες και να κάνεις αυτό που ώρες σκέφτεσαι. Διαφορετικά οι στιγμές χάνονται, ο χρόνος περνάει και μετά έχει ο Θεός. Η ζωή είναι μικρή και είναι ζήτημα ζωής ή θανάτου κάποιες φορές. Πρέπει να φύγεις από εδώ έχοντας πει αυτά που ήθελες, έχοντας προσπαθήσει να διορθώσεις τα ανεπανόρθωτα, να ρίξεις κάθε εγωισμό και ψωροπερηφάνια και να πεις αυτά που κουβαλάς βαθιά μέσα σου σε αυτόν που αξίζει να τα ακούσει. Γιατί ποτέ δεν ξέρεις τι ξημερώνει. Ο Γ. έφυγε και αυτό είναι αδικία. Κι όσο θλιβερή και εάν είναι αυτή η ιστορία, μην την προσπερνάς ποτέ έτσι, απλά διδάξου και πάρτο αλλιώς. Πως όλα είναι ρευστά. Πως δεν θα είμαστε για πάντα εδώ αγαπητέ/αγαπητή. Να λες κάθε ημέρα σε αυτούς τους λίγους που αγαπάς, ότι τους αγαπάς, να τους προσέχεις και να τους συμπεριφέρεσαι σαν να είναι μια ημέρα ξεχωριστή. Σαν να γιορτάζετε. Γιατί η ζωή είναι χαρά, έχει γέλιο και αγάπη, αρκεί να μπορείς να τα δεις χωρίς να είσαι χαμένος σε καθημερινές βλακείες. Πες στους γονείς σου πως τους αγαπάς κι εάν μένεις μακριά τους, να τους επισκέπτεσαι πιο συχνά. Πάρε τηλέφωνο την γιαγιά ή τον παππού που μένουν μακριά. Πες σ’ αγαπώ στον φίλο ή την φίλη που χαθήκατε ή που παρεξηγηθήκατε για μικροπρέπειες. Πες στα παιδιά σου ότι είναι το πιο ωραίο πράγμα που σου έχει δώσει η ζωή και πρόσεχέ τα σαν ένα είναι χρυσός. Πες σ’ αγαπώ και εκφράσου ελεύθερα σε αυτόν τον άνθρωπο που αγαπάς πραγματικά και που γι ‘αυτόν δεν κοιμάσαι τα βράδια. Πες σ’ αγαπώ σε αυτόν που ακούς το όνομα του και παίρνει φωτιά το στήθος σου σαν να του πέταξαν μολότοφ. Πες σ’ αγαπώ σε αυτόν που σκέπτεσαι πριν κλείσεις τα μάτια σου το βράδυ πεπεισμένος πως και αύριο μέρα είναι. Πες το σε όσους πιστεύεις πως αξίζουν το σ’ αγαπώ σου. Το σ’ αγαπώ δεν σκότωσε ποτέ κανέναν. Ο εγωισμός, η περηφάνια, οι ανασφάλειες και οι φόβοι, τα κόμπλεξ σκοτώνουν. Τους δίπλα σου. Τους αγαπημένους σου. Κάθε ημέρα. Αυτά σκότωσαν τον Γ. Αυτά καθυστέρησαν το σ’ αγαπώ του στην Μ. και δεν τους άφησαν να ζήσουν το σ’ αγαπώ τους. Δεν είναι κάτι φοβερό. Δεν δημιουργεί υποχρεώσεις. Μόνο ελπίδα, για ένα καλύτερο αύριο με περισσότερη πίστη σε αυτό . Μην περιμένεις την κατάλληλη στιγμή, κάντο τώρα που μπορείς. Δεν υπάρχει κατάλληλη στιγμή. Το σ’ αγαπώ να το λες για εσένα, και όχι επειδή περιμένεις να το ακούσεις πίσω για να νιώσεις εσύ καλά. Να το λες με όλη σου την ψυχή όταν το νιώθεις γιατί πίσω από αυτές τις δύο μικρές λέξεις κρύβεται όλο σου το είναι απέναντι σε έναν άνθρωπο. Για εμένα, για εσένα ίσως είναι ακόμα ένα τηλέφωνο δρόμος, μια συνάντηση δρόμος. Για τον Γ., ήταν ένα παγωτό δρόμος.

Στην μνήμη του Γ.

Love,

Ξανθή Κ.

Εδώ σας αφήνω με ένα αγαπημένο τραγούδι:

Something Stupid – Frank Sinatra

Εάν σου άρεσε το άρθρο,πάτα Follow στην σελίδα του blog και κάνε subscribe με το mail σου. 

Advertisements